Το Πρόγραμμα

Το πρόγραμμα Έρευνας Κυκλαδικών Νησίδων (ΕΚΥΝΗ) είναι ένα πρόγραμμα επιφανειακής έρευνας στα μικρότερα νησιά του Αιγαίου στη διαχρονία τους, που σκοπό έχει να συμβάλλει στη μακραίωνη ιστορία και αρχαιολογία των Κυκλάδων, τη νησιωτική αρχαιολογία και στη θαλάσσια ιστορία της Μεσογείου ευρύτερα. Παρόλο που όλα τα προς διερεύνηση νησιά είναι σήμερα ακατοίκητα, τέτοιες τοποθεσίες θα είχαν διαδραματίσει ποικίλους ρόλους σε διάφορες στιγμές του παρελθόντος. Κατά την αρχικό αποικισμό της λεκάνης του Αιγαίου, οι μικρές νησίδες αποτελούσαν το «σκαλοπάτι» προς αρκετά μεγαλύτερες περιοχές. Μικρές νησίδες λειτουργούσαν επίσης ως νεκροταφεία, θαλάσσια οχυρά, ιερά, καταφύγια πειρατών, ή χρησιμοποιήθηκαν για κτηνοτροφικούς σκοπούς (τραγονήσια). Ωστόσο, μόνο ένα μικρό μέρος αυτών των νησίδων του Αιγαίου έχει ερευνηθεί αρχαιολογικά. Το πρόγραμμα ΕΚΥΝΗ αποσκοπεί στην αρχαιολογική τεκμηρίωση αρκετών από αυτές τις νησίδες χρησιμοποιώντας διεπιστημονικές μεθόδους επιφανειακής έρευνας, καθώς και στην τοποθέτησή τους εντός του ευρύτερου γεωγραφικού πλαισίου τους, αρχής γενομένης από τις πρωιμότερες ενδείξεις ανθρώπινης παρουσίας ως τις μέρες μας.

Ιστορικό- ερευνητικό υπόβαθρο και στόχοι

Η ανθρώπινη παρουσία έχει τεκμηριωθεί στις Κυκλάδες ήδη από τη Μέση Παλαιολιθική περίοδο. Μόνιμοι πληθυσμοί παρατηρούνται από τη Νεολιθική περίοδο και έντονες διανησιωτικές σχέσεις από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού. Η προϊστορία των Κυκλάδων είναι επαρκώς τεκμηριωμένη, ενώ οι ιστορικές περίοδοι των Κλασικών, Μεσαιωνικών και μεταγενέστερων χρόνων έχουν αποτελέσει αντικείμενο εκτεταμένων ερευνών. Ωστόσο, ο ρόλος των μικρότερων νησίδων σε αυτό το δίκτυο σχέσεων δεν είναι πλήρως κατανοητός. Ορισμένες νησίδες αποτελούσαν καίριας σημασίας ενδιάμεσους σταθμούς μεταξύ της Ανατολίας και της ελληνικής ενδοχώρας και άλλες μεταξύ της Κρήτης και του Βόρειου Αιγαίου. Εξίσου σημαντικές ήταν και οι μετακινήσεις μεταξύ αυτών των, φτωχών σε πόρους, νησιών δεδομένου ότι οι συγκεκριμένες κοινωνίες βασίζονταν σε ένα εύρος μικροπεριβαλλοντικών παραγόντων για την επιβίωσή τους.

Ο χώρος του Αιγαίου παρουσιάζει πλούσια ιστορία επιφανειακών ερευνών και μελετών στο πλαίσιο της νησιωτικής αρχαιολογίας. Παραδείγματα αναλυτικών ερευνών που περιλαμβάνουν μεγάλα τμήματα νησιών ή ακόμα και ολόκληρα νησιά (π.χ. Αντικύθηρα και Κέρος) συμπληρώνουν τις συνθέσεις που αφορούν ολόκληρα νησιωτικά συμπλέγματα. Σκοπός του προγράμματος είναι η διεύρυνση αυτής της παράδοσης μέσω της συγκριτικής έρευνας των νησιών και νησίδων του αρχιπελάγους.

Ένας ευρύτερος στόχος είναι η ανάπτυξη μιας αρχαιολογίας των ακατοίκητων χώρων και ενδιάμεσων τόπων. Οι περισσότερες από τις προς έρευνα νησίδες είναι πολύ μικρές για τη διατήρηση μόνιμων πληθυσμών. Ωστόσο, αυτός είναι και ο λόγος που τις καθιστούσε ελκυστικές για μια σειρά άλλων χρήσεων. Τα τραγονήσια διατηρούσαν τα ζώα σε ελεγχόμενο χώρο και ασφαλή από ζωοκλοπές. Tα νεκροταφεία διαχώριζαν τον κόσμο των νεκρών από αυτό των ζωντανών και δημιουργούσαν ένα φυσικό πέρασμα από τον ένα κόσμο στον άλλο (π.χ. Δήλος- Ρήνεια). Οχυρά, ενδιάμεσοι σταθμοί, λημέρια πειρατών και καταφύγια επιλέγονταν σκόπιμα σε τέτοιες απομονωμένες περιοχές, ωστόσο η θέση των νησίδων μεταξύ δύο μεγαλύτερων περιοχών τις καθιστούσε στρατηγικής σημασίας. Οι επιφανειακές έρευνες παραδοσιακά στόχευαν στην αναγνώριση και τεκμηρίωση της ιστορίας της ανθρώπινης κατοίκησης σε ένα συνεχές τοπίο. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα προσβλέπει στην αρχαιολογία της μη οικιστικής αλλά περιστασιακής χρήσης που κατανέμεται σε μικροσκοπικές, αλλά με έντονα κατάλοιπα ανθρώπινης δραστηριότητας, περιοχές και αποσκοπεί να συμβάλει θεωρητικά και μεθοδολογικά στην νησιωτική αρχαιολογία σε χώρους και εκτός του Αιγαίου.

Μέθοδοι και πεδίο έρευνας

Περίπου 100 νησίδες στις Κυκλάδες αναγνωρίστηκαν και εξετάστηκαν μέσω του προγράμματος WorldView-3 από δορυφορικές εικόνες, οι οποίες αποκτήθηκαν μέσω του DigitalGlobe Foundation Imagery Grant. Όλες οι νησίδες είναι σήμερα ακατοίκητες και στη μεγάλη πλειονότητά τους είναι μικρότερες από 1 km2 (0.43 km2 κατά μέσο όρο). Με βάση αυτή την αρχική ανάλυση και έρευνα, επιλέχθηκαν οι βόρειες και κεντρικές Κυκλάδες για τη διεξαγωγή συστηματικής επιφανειακής έρευνας. Η περιοχή αυτή περιλαμβάνει τις νησίδες περιμετρικά και μεταξύ των νησιών Πάρου και Αντιπάρου˙ Σερίφου, Σίφνου και Κύθνου˙ Μυκόνου, Σύρου, Τήνου και Άνδρου. Η πρώτη ομάδα νησιών, που ερευνήθηκε το 2019, αποτελείται από τα μικρά νησιά που βρίσκονται ανοιχτά της Πάρου, ενός σημαντικού οικιστικού κόμβου και γνωστού για την εξόρυξη μαρμάρου, ενώ το 2020 ερευνήθηκαν οι νησίδες που βρίσκονται εντός του κόλπου της Νάουσας και αυτές βόρεια και νότια της Αντιπάρου.

Οι νησίδες που ερευνήθηκαν το 2019, ανοιχτά της Πάρου

Κάθε νησίδα στην προς μελέτη περιοχή υπόκειται σε ενδελεχή επιφανειακή έρευνα, η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις λαμβάνει χώρα στη διάρκεια μίας ή δύο ημερών. Πρακτικά, αυτό σημαίνει μεταφορά με σκάφος σε κάθε νησίδα για τη διεξαγωγή συστηματικής αρχαιολογικής έρευνας και μετά το πέρας αυτής μεταφορά στην επόμενη νησίδα.

Μία ομάδα αρχαιολόγων ερευνά συστηματικά το τοπίο διαιρεμένη σε Μονάδες Επιφανειακής Έρευνας, όπου κάθε ερευνητής επιθεωρεί προσεκτικά το έδαφος για σημαντικά αρχαιολογικά κατάλοιπα, καταμετρώντας και συλλέγοντας τα τεχνουργήματα, ενώ παράλληλα λαμβάνει χώρα και η τεκμηρίωση των αρχιτεκτονικών καταλοίπων όπου αυτά εντοπίζονται. Παραδείγματα καταλοίπων που τεκμηριώθηκαν από το πρόγραμμα ΕΚΥΝΗ περιλαμβάνουν κτήρια, δεξαμενές, λατομεία και οχυρωματικά τείχη. Επιπρόσθετα, η ομάδα καταγράφει λεπτομερώς τη γεωλογία, τη σύσταση του χώματος εδάφους και τη γεωμορφολογία κάθε νησίδας. Το πρόγραμμα χρησιμοποιεί επίσης μεθόδους τηλεανίχνευσης που επιτρέπουν την επί τόπου αναγνώριση χαρακτηριστικών του εδάφους, της βλάστησης και των αρχαιολογικών καταλοίπων, διευκολύνοντας με αυτό τον τρόπο τη μελέτη ανάλογων τοπίων.

Επιφανειακή έρευνα στο Παντερονήσι

Μια περαιτέρω συνιστώσα του εν λόγω προγράμματος είναι καθαρά αισθητηριακής φύσης. Πανοραμικές φωτογραφίες λαμβάνονται σε κάθε νησί, με σκοπό την τεκμηρίωση των οπτικών σχέσεων μεταξύ των αρχαιολογικών θέσεων. Αυτή η επί τόπου τεκμηρίωση μπορεί στη συνέχεια να συγκριθεί με άλλες εκ των άνω προς τα κάτω (top-down) μεθόδων χωρικής ανάλυσης. Οι διαδρομές στο εσωτερικό των νησίδων χαρτογραφούνται προσεκτικά και οι προσεγγίσεις σε συγκεκριμένα νησιά καταγράφονται με διάφορα μέσα, με σκοπό την καλύτερη κατανόηση τόσο του θαλάσσιου όσο και του χερσαίου τοπίου, μέσω των οποίων κινούνταν οι άνθρωποι.

Η έρευνα πεδίου για το 2019

Στο πλαίσιο του προγράμματος για το έτος 2019 ερευνήθηκαν 10 μικρές νησίδες περιμετρικά των νησιών Πάρου και Αντιπάρου, χρησιμοποιώντας ως αφετηρία το λιμάνι στο Πίσω Λιβάδι της Πάρου. Οι εργασίες του προγράμματος ξεκίνησαν από τη νησίδα Δρυονήσι που βρίσκεται απέναντι από τη ΝΑ ακτή της Πάρου, όπου εντοπίστηκαν ποικίλα ίχνη ανθρώπινης δραστηριότητας, μαρτυρώντας μία διαχρονική χρήση της νησίδας.

Τα Παντερονήσια, μία συστάδα νησιών μεταξύ Πάρου και Αντιπάρου που περιλαμβάνει τις νησίδες Παντερονήσι, Τηγάνι και Γλαροπούντα, απέφεραν λιγότερες ενδείξεις ανθρώπινης δραστηριότητας, ωστόσο στο Τηγάνι εντοπίστηκε εντυπωσιακό λατομείο ψαμμίτη.

Λατομείο ψαμμίτη στη νησίδα Τηγάνι

Κατά την τελευταία φάση του προγράμματος ερευνήθηκε η συστάδα νησιών στα ΒΑ της Πάρου, που περιλαμβάνει τις νησίδες Εβριόκαστρο, Γαϊδουρονήσι και Φιλίζι. Παρά το γεγονός ότι κατά το παρελθόν επιφανειακές έρευνες είχαν πραγματοποιηθεί τόσο στο Εβριόκαστρο όσο και στο Φιλίζι, οι λεπτομερείς εργασίες που έλαβαν χώρα από το πρόγραμμα ΕΚΥΝΗ οδήγησαν σε νέες ανακαλύψεις.

Αεροφωτογραφία της νησίδας Φιλίζι

Συνοψίζοντας, η επιφανειακή έρευνα ανέδειξε την αφθονία αρχαιολογικών δεδομένων στις εν λόγω νησίδες. Αρκετές νέες θέσεις τεκμηριώθηκαν για πρώτη φορά, ενώ για άλλες ήδη γνωστές οι γνώσεις μας συμπληρώθηκαν και εμπλουτίστηκαν. Περισσότερες πληροφορίες για τη φύση των δραστηριοτήτων που λάμβαναν χώρα σε αυτές θα προκύψουν μετά και την ενδελεχή μελέτη των κινητών ευρημάτων.

Η έρευνα πεδίου για το 2020

Τον Ιούλιο του 2020 το πρόγραμμα ΕΚΥΝΗ πραγματοποίησε μικρής χρονικής διάρκειας έρευνα πεδίου, με μέλη που έχουν ως βάση αποκλειστικά την Ελλάδα (η πανδημία του COVID-19 κατέστησε τα διεθνή ταξίδια πρακτικά αδύνατα). Η έρευνα ξεκίνησε από τη νησίδα Στρογγυλό που βρίσκεται νότια των νησιών Αντιπάρου και Δεσποτικού. Σε αυτή, τη μεγαλύτερη σε έκταση προς διερεύνηση νησίδα ολόκληρου του προγράμματος, εντοπίστηκαν κατάλοιπα διαφορετικών περιόδων.

Τη δεύτερη εβδομάδα η έρευνα επικεντρώθηκε στις νησίδες βόρεια της Αντιπάρου, και συγκεκριμένα στον Αγ. Σπυρίδωνα, το Φυρό, το Διπλό και τη νησίδα Μαγρίνες, ενώ πραγματοποιήθηκε μικρής έκτασης έρευνα στο Σάλιαγκο, μία ιδιαίτερα γνωστή θέση της Νεολιθικής περιόδου.

Την τρίτη και τελευταία εβδομάδα του προγράμματος ερευνήθηκαν οι νησίδες εντός του κόλπου της Νάουσας, πολλές από τις οποίες χρησιμοποιήθηκαν κατά τα έτη 1770-1774, περίοδο της ρωσικής παρουσίας στην περιοχή, η οποία και άφησε σημαντικό αρχαιολογικό αποτύπωμα στις εν λόγω νησίδες.